δρῦς


δρῦς
дуб

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δρῦς" в других словарях:

  • δρῦς — tree fem nom/voc sg δρῦς tree fem nom/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυς — Βλ. λ. βελανιδιά. * * * ο, η και δρυ, το (AM δρῡς, η) 1. δέντρο τών δασών, τού οποίου υπάρχουν πολλά είδη ο καρπός του περιέχει άφθονο άμυλο, βαλανιδιά 2. παροιμ. «δρυὸς πεσούσης πᾱς ἀνὴρ ξυλεύεται» όταν χάσει κανείς τη δύναμη του όλοι σπεύδουν… …   Dictionary of Greek

  • δρύς — δρύ̱ς , δρῦς tree fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυς — η η βελανιδιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Δρυς, Γεώργιος — (Ποταμός Κέρκυρας 1944 –). Πολιτικός. Σπούδασε στη φυσικομαθηματική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο Σίτι του Λονδίνου, με ειδίκευση στα συστήματα αυτόματου ελέγχου και στους ηλεκτρονικούς… …   Dictionary of Greek

  • Πολλαῖς πληγαῖς δρῦς στεῤῥὰ δαμάζεται. — См. За один раз дерева не срубишь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Κάτω Δρύς — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 360 μ., 22 κάτ.) στην πρώην επαρχία Σητείας του νομού Λασιθίου. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σητείας …   Dictionary of Greek

  • δρυῶν — δρῦς tree fem gen pl δρῦς tree fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυός — δρῦς tree fem gen sg δρῦς tree fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρῦν — δρῦς tree fem acc sg δρῦς tree fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύας — δρῦς tree fem acc pl δρῦς tree fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)